Άγιος
Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης
ο
Τριγλιανός Άγιος
Ο Σμύρνης Χρυσόστομος γεννήθηκε
το 1867 στη Τρίγλια Βιθυνίας Μικράς Ασίας. Γονείς του ο δημογέροντας Νικόλαος
Καλαφάτης και η σύζυγός του Καλλιόπη.
Ήταν το δεύτερο παιδί της πολυμελούς οικογένειας του δημογέροντα και διακρίθηκε
στο σχολείο για το ήθος, τη φιλομάθεια και την επίδοση του στα γράμματα. Στα 17
του χρόνια, τελειώνοντας το σχολείο στη Τρίγλια, συνεχίζει τις σπουδές του στην
Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Το 1891 τελειώνει με άριστα τη Σχολή, και
αμέσως χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης Κωνσταντίνο που τον
είχε αναλάβει ως υπότροφο. Όταν το 1897 ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος εξελέγη
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Χρυσόστομος τον ακολούθησε και χειροτονήθηκε
στις 18 Μαΐου ως Πρεσβύτερος και ανέλαβε το λειτούργημα του Μεγάλου
Πρωτοσύγκελου. Ακόμα και μετά την παραίτηση του γέροντα του Πατριάρχη
Κωνσταντίνου το 1901, ο νέος Πατριάρχης Ιωακείμ τον διατηρεί στη θέση του
εκτιμώντας τον ζήλο του περί των εκκλησιαστικών, την ευρυμάθειά του περί των
θεολογικών και το μεγάλο χάρισμά του, τη ρητορεία. Τον Μάιο του 1902 η Ιερά
Σύνοδος τον εξέλεξε παμψηφεί για τον χηρεύοντα Μητροπολιτικό θρόνο της Δράμας.
Έτσι στα 35 του χρόνια ο Χρυσόστομος αξιώθηκε να περιβληθεί με τον μέγα αυτό
βαθμό της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας
Μητροπολίτης Δράμας
1902-1909
Η δράση του εκεί υπήρξε λαμπρή
σε όλους τους τομείς, το έργο του μεγάλο εκκλησιαστικό, κοινωνικό αλλά και
εθνικό. Οργανώνει αντίσταση κατά του βουλγαρικού κομιτάτου, ανασυγκροτεί τον
ορθόδοξο κλήρο, αναγείρει Μητροπολιτικό ναό και Μητροπολιτικό μέγαρο στην πόλη
της Δράμας, ιδρύει σχολεία, γυμναστήρια, κτίρια κατεργασίας καπνού, νοσοκομείο,
φιλανθρωπικούς και πολιτιστικούς συλλόγους
στη Δράμα αλλά και σε πόλεις της επαρχίας του. Η δραστηριότητά του αυτή εξεγείρει την
αντίδραση του βουλγαρικού κομιτάτου και της τουρκικής κυβέρνησης που
πετυχαίνουν να φέρουν σε αδιέξοδο το Πατριαρχείο και έτσι να αναγκαστεί ο
Χρυσόστομος να πάρει το δρόμο της εξορίας από τη Μητρόπολή του. Είναι Αύγουστος
του 1907 και ο Χρυσόστομος αποφασίζει να περάσει την εξορία του στην
πολυαγαπημένη του Τρίγλια, όπου οργανώνει τους συγχωριανούς του, ιδρύει
σχολεία, εκκλησία, νεκροταφείο, κατασκευάζει αποβάθρα στο λιμάνι, συγκροτεί
φιλαρμονική δεν ξεχνά και τους λιγοστούς Τούρκους κατοίκους της και ιδρύει και γι αυτούς σχολείο. Τον Αύγουστο του 1908 επιστρέφει στη
Δράμα. Η παραμονή του όμως είναι σύντομη, μια και με νέα απόφαση απομακρύνεται
στις 20 Ιανουαρίου 1909 και ξαναεπιστρέφει στην
Τρίγλια όπου συνεχίζει το δημιουργικό του έργου. Το όνομά του έχει γίνει θρύλος
και είναι περιζήτητος σε όλες τις κενές μητροπολιτικές θέσεις. Η Ιερά σύνοδος
με πρόταση του Πατριάρχη τον εκλέγει παμψηφεί ως Μητροπολίτη Σμύρνης.
Μητροπολίτης Σμύρνης 1910-1922
Η άφιξή του στη Σμύρνη
γίνεται στις 10 Μαΐου του 1910 όπου γίνεται δεκτός μέσα σε κλίμα μεγάλου
ενθουσιασμό από όλο τον κόσμο. Ξεκινά
και εδώ ένα μεγάλο έργο. Κτίζει γραφεία για την Μητρόπολη και αναδιοργανώνει
την εκπαίδευση, αναλαμβάνει υπό την προστασία του τους αρχαίους γυμναστικούς
Συλλόγους της Σμύρνης, μετέχει ως πρόεδρος ο ίδιος στα Συμβούλια των
περισσότερων πνευματικών και κοινωνικών ιδρυμάτων, προωθεί την πνευματική
κίνηση και επιζητεί ένα καινούργιο πνευματικό, ηθικό και κοινωνικό πολιτισμό
στην Ιωνία.
Στις 20 Αυγούστου 1914
απομακρύνεται βίαια από την έδρα του και αποστέλλεται με το τρένο στην Πόλη
όπου εκλέγεται ως συνοδικός. Στην περίοδο της εξορίας του ασχολήθηκε με τη
συγγραφή βιβλίων στα ελληνικά και στα γαλλικά. Στην Τρίγλια όμως δεν μπορεί να
ξαναγυρίσει γιατί οι Τριγλιανοί έχουν διωχτεί στην ενδοχώρα, περνούν κι αυτοί
τον πρώτο διωγμό, όπως συνήθιζαν να τον λένε οι παππούδες μας, και βρίσκονται
εκτοπισμένοι στη Προύσα..
Μετά
το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Χρυσόστομος γυρνά στην Σμύρνη, κοντά στο
ποίμνιό του που τον υποδέχεται ως Εθνάρχη. Στα κηρύγματά του μιλάει για τα
αγαθά της ελευθερίας ατόμων και Εθνών, για την ισονομία μικρών και μεγάλων
λαών, για κοινωνική δικαιοσύνη. Καταφέρνει να απομακρύνει από τη Σμύρνη τον Νουρεντιν Πασά ο οποίος συνεργαζόταν κρυφά με μυστικές
νεοτουρκικές οργανώσεις, αλλά αυτή του την
ανάκληση ο Νουρεντίν δεν τη ξέχασε ποτέ και
εκδικήθηκε αργότερα.
Είναι άνοιξη του 1919, οι Σύμμαχοι
αποφασίζουν την αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη και στις 2 Μαΐου,
εύζωνοι από το μεταγωγικό πλοίο «Πατρίς» αποβιβάζονται στη προκυμαία της πόλης.
Οι στρατιώτες μας επιβάλλουν τάξη και ισονομία ενώ ο Χρυσόστομος από τον άμβωνα
κηρύσσει τη λήθη, την αγάπη, την ανεξιθρησκία. Προσπαθεί να προστατεύσει όσους
Τούρκους διώκονται άδικα, μοιράζει τρόφιμα και φάρμακα στις συνοικίες τους. Ο
Δεσπότης ζει την ευτυχέστερη περίοδο της ζωής του. Όμως η επιλογή από την
Ελληνική Κυβέρνηση ώστε να ορισθεί ύπατος Αρμοστής ο Αριστείδης Στεργιάδης γρήγορα αποδεικνύεται λανθασμένη και ο
Μητροπολίτης προσπαθεί να κρύψει την απογοήτευση του και τη πίκρα του.
Ο Κεμάλ πασάς, Τούρκος
αξιωματικός, δεν δέχεται τις συνθήκες που επέβαλλαν οι νικητές Σύμμαχοι στον
Σουλτάνο, δημιουργεί αντάρτικο που σιγά –σιγά εξελίσσεται σε τακτικό στρατό, οι
εκλογές του 1920 επιφυλάσσουν την ήττα για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, πολλοί
Έλληνες αξιωματικοί απομακρύνονται ή παραιτούνται με την κυβερνητική αλλαγή και
οι Μεγάλες Δυνάμεις προτείνουν φιλοτουρκικές λύσεις.
Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος και ο λαός
της Μικρασίας αρχίζουν να διαβλέπουν το κακό που
έρχεται. Πρωτοστατεί στη δημιουργία της Μικρασιατικής Άμυνας προβλέποντας τη
κατάρρευση του μετώπου και θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη αντίστασης στα επερχόμενα
τουρκικά στρατεύματα. Παρά τις προσπάθειες του όμως η Ελλ. Κυβέρνηση και ο Στεργιάδης είναι αντίθετοι. Οι άσχημες ειδήσεις από το
μέτωπο είναι κατά τον Στεργιάδη: «ψεύτικες και
προϊόν απαισιοδοξίας των δειλών» και στις 22 Αυγούστου του 1922 δίνει
εντολή να διαλυθεί το σώμα της Σμυρναϊκής πολιτοφυλακής που το αποτελούσαν
22.000 Σμυρνιοί, και είχε οργανωθεί με σκοπό να δώσει τη μάχη για τη Σμύρνη.
Όμως οι Τούρκοι προχωρούν προς τη Σμύρνη, πρόσφυγες από την ενδοχώρα
καταφεύγουν στη πόλη, οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν εξαφανισθεί δεν υπάρχει
Ελληνική Αρχή ούτε πολιτική ούτε στρατιωτική. Τα πολεμικά εγκαταλείπουν το
λιμάνι, ο Χρυσόστομος παρηγορεί τους απελπισμένους πιστεύει να βρει βοήθεια για
το ποίμνιο του. Ο αρχιεπίσκοπος των Καθολικών τον παρακαλεί να φύγει μαζί του,
ο πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών Χόρτον τον καλεί να επιβιβασθεί σε
αμερικανικό αντιτορπιλικό και να φύγουν. Όμως Εκείνος αρνείται.
Το Σάββατο 27 Αυγούστου τελεί αρχιερατική λειτουργία,
προσεύχεται για τελευταία φορά στο ναό της Αγίας Φωτεινής. Επιστρέφει στη
Μητρόπολη καίει τα αρχεία της Μικρασιατικής Άμυνας και έρχονται Τούρκοι
στρατιώτες που τον οδηγούν στο νέο Τούρκο στρατιωτικό Διοικητή Σμύρνης, στρατηγό Νουρεντιν.
Εκείνος παίρνει πια την εκδίκησή του τον παραδίδει στον όχλο που μαινόμενος τον
παρέλαβε, του φόρεσαν λευκό χιτώνα, τον έσυραν στους τουρκομαχαλάδες,
του ξερίζωσαν τα γένια, του εξόρυξαν τα μάτια, του έκοψαν τα αυτιά και τα
δάχτυλα, το σκήνωμά του το κατακρεούργησαν, το εξαφάνισαν. Τάφος που να
σκεπάζει τα ιερά του οστά δεν υπάρχει, άταφος και χωρίς τον τελευταίο
χαιρετισμό συγγενών και φίλων έφυγε σε άλλους κόσμους καλύτερους. Όλη η Ελλάδα τον έκλαψε, κάθε Ελληνικό σπίτι
φύλαξε την φωτογραφία του στα εικονίσματα...
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της
Ελλάδος στις 4 Νοέμβρη 1992 ανακήρυξε Άγιο τον Εθνομάρτυρα και Ιερομάρτυρα
Χρυσόστομο Σμύρνης. Όρισε να τιμάται η μνήμη του την Κυριακή προ της Υψώσεως
του Τίμιου Σταυρού.
Βασίλης Πιστικίδης,
μαθηματικός
μέλος ΔΣ Συλλόγου Τριγλιανών Ραφήνας
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της
Ραφήνας «Ανατολική Ακτή»
τον Σεπτέμβριο του 2005